Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Η Μεσοπεντηκοστή (Φουντούλη I.)


Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή, αυτή. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της.

Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αύτη και οι περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν, ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής.

Και όμως κάποτε αυτή η εορτή ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού.

Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντος ς’ του Σοφού (11 Μαΐου 903).

Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτορας το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μω­κίου. όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία.

Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλιάς και πατριάρχης εισέρχονταν επισήμως στον ναό.

Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτορας παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλιάς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγοι την βασιλείαν υμών» και με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι.

Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασή της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους.

Ποιο όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα.

Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή.

Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» τη δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορταστεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσ­σίας».

Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας -μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός».

«Διά ταύτην την αιτίαν την παρούσα εορτή εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες τον Μεσσίαν ανυμνούμεν Χριστόν». σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που επελέγη για την ημέρα αυτή.

Μεσούσης της εορτής του ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρή αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς ή δεν είναι; Είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή δεν είναι;

Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι ο διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού που κατασκεύασε τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής.

Εκείνος που διδάσκει στο ναό, στο μέσον των διδασκάλων του ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία.

Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, ποy έγινε μεταξύ του Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή.

Αυτός αρχίζει με μία φράση του Κυρίου- «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω· ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος». Και σχολιάζει ο ευαγγελιστής· «Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν».

Δεν έχει σημασία, ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξάλλου τόσο πολύ με το θέμα τής εορτής.

Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης.

Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, «του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές· «Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος». «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στη Σαμαρείτιδα.

Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους.

Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής.

Η έλλειψη ιστορικού υπόβαθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο.

Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακένωτου ύδατος.

Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατάντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής ή του αγίου Πνεύματος ή της αγίας Τριάδος ή των Εισοδίων ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.



Πηγή: Ι. Μ. Φουντούλη, «Λογική λατρεία»
Ἡλ Πηγή: askitikon.eu

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Η Λειτουργία των Προηγιασμένων (Ιωάννου Φουντούλη)


Καρδιά της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων. Μπορούμε χωρίς υπερβολή να ονομάσομε τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μ. Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία της ιεράς αυτής περιόδου. Είναι δυστυχώς αλήθεια, ότι πολλοί από τους χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξη της, ή την ξέρουν μόνο από το όνομα, ή και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει. Δεν πρόκειται να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό. Η λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στους ναούς μας το πρωί των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργάσιμων, και γι’ αυτό πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα ή την υπηρεσία τους.

Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεση της.Το όνομα της η λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι εδώ καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία, που τελέσθηκε σε άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα δώρα προτίθενται κατά τη λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ’ αυτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μετάληψη, κοινωνία.

Για να κατανοήσομε τη γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των προηγιασμένων πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας μας. Σήμερα έχομε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά διαστήματα. Στους πρώτους όμως αιώνες της ζωής της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνον εκείνοι που είχαν κάνει διάφορα σοβαρά αμαρτήματα αποκλείονταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη μετάληψη των αγίων μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραιτήτως κάθε Κυριακή και κάθε Σάββατο και ενδιαμέσως της εβδομάδας όσες φορές ετελείτο η θεία λειτουργία, τακτικά ή έκτακτα στις εορτές που τύχαινε να συμπέσουν μέσα στην εβδομάδα.

Ο Μ. Βασίλειος μαρτυρεί, ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικά τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Επιστολή 93). Αν πάλι δεν ήταν δυνατό να τελεστεί ενδιάμεσα της εβδομάδας η θεία λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από τη θεία κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι τους. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μ. Βασίλειος. Στα μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παραβρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαναν ό,τι και οι κοσμικοί. Κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή ή το Σάββατο και κοινωνούσαν μόνοι τους. Οι μοναχοί όμως αποτελούσαν μικρές ή μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια μικρή ακολουθία.

Όλοι μαζί προσευχόντουσαν προ της κοινωνίας και όλοι μαζί ευχαριστούσαν το Θεό, που τους αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε και ιερέας, αυτός τους πρόσφερε τη θεία κοινωνία. Αυτό γινόταν μετά την ακολουθία του εσπερινού ή της Θ΄ (εννάτης) ώρας (3 μ. μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μόνο μια φορά την ημέρα, μετά τον εσπερινό. Σιγά – σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας, που να υπενθυμίζει τη θεία λειτουργία. Κατά τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι και η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.

Ας έλθουμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία λειτουργία κατά την περίοδο αυτή ετελείτο μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες απαγόρευε την τέλεση της θείας λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδας, γιατί αυτές ήταν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεση της θείας λειτουργίας ήταν κάτι ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η λειτουργία είναι πασχάλιο μυστήριο, που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο και επινίκιο χαρακτήρα. Αυτό όμως γεννούσε πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη την εβδομάδα, το λιγότερο δηλαδή κατά τις δύο ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που αναφέρει και ο Μ. Βασίλειος. Η λύση ήδη υπήρχε: οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα άγια. Οι ημέρες αυτές ήσαν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή τροφής μέχρι τη δύση του ήλιου. Η κοινωνία λοιπόν θα έπρεπε να κατακλείσει τη νηστεία, να γίνει δηλαδή μετά την ακολουθία του εσπερινού.

Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με τη σημερινή πράξη. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεση των δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτήν. Η διαμόρφωσή της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής της έδωσε ένα έντονο «πενθηρό», κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα. Με τον εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία τράπεζα και τα τίμια δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωση και συντριβή. «Μυστικωτέρα εις παν η τελετή γίνεται» κατά τον ίδιο Πατέρα.

Καιρός να ρίξωμε μια ματιά σ’ αυτήν την ίδια τη λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλλώθηκε και κατά την οποία τελείται σήμερα στους ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που τη συνθέτουν: την ακολουθία του εσπερινού και τη θεία κοινωνία. Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερέας κατά τη ψαλμωδία της Θ΄ ώρας ντύνεται την ιερατική του στολή και θυμιάζει. Η έναρξη γίνεται με το « Ευλογημένη η βασιλεία…» κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας. Διαβάζεται ο προοιμιακός, ο 103ος δηλαδή ψαλμός, που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού. Είναι το προοίμιο του εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου, που αρχίζει, ως γνωστό, κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύχτα. Ύστερα ο διάκονος ή ο ιερέας θέτει στο στόμα των πιστών τα ειρηνικά. Ακολουθεί η ανάγνωση του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον εν τω θλίβεσθαι με εκέκραξα και εισήκουσε μου…».

Είναι το τμήμα του ψαλτηρίου που έχει καθοριστεί να διαβάζεται κατά τους εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερέας εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην πρόθεση τα προηγιασμένα από τη λειτουργία του προηγουμένου Σαββάτου ή της Κυριακής τίμια δώρα. Αποθέτει τον άγιο άρτο στο δισκάριο, κάνει τη ένωση του οίνου και του ύδατος στο άγιο ποτήριο και τα καλύπτει. Ο εσπερινός συνεχίζεται με τη ψαλμωδία των ψαλμών του λυχνικού και των κατανυκτικών τροπαρίων της ημέρας, που παρεμβάλλονται στους τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Π. Διαθήκη, ένα από τη Γένεση και ένα από το βιβλίο των Παροιμιών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δεύτερου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψάλλεται μετά από τα αναγνώσματα έξι φορές, από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερέας θυμίαζει την αγία τράπεζα.

Κατόπιν γίνεται η εκτενής δέηση υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων για το άγιο βάπτισμα, «των προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων» και των πιστών. Και μετά την απόλυση των κατηχουμένων έρχεται το δεύτερο μέρος, η κοινωνία των μυστηρίων.

Τη μεταφορά των προηγιασμένων δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, που γίνεται με μεγάλη κατάνυξη, ενώ οι πιστοί σκύβουν μέχρι το έδαφος, συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νυν αι δυνάμεις».

Η προπαρασκευή για τη θεία κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως την Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών…», ακολουθεί η κοινωνία και μετά απ’ αυτήν η ευχαριστία. Και η λειτουργία τελειώνει με την κατανυκτική οπισθάμβωνο ευχή. Είναι δέηση, που συνδέει την τέλεση της κατανυκτικής αυτής λειτουργίας με την περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αοράτων εχθρών είναι βέβαιη για τους αγωνιζομένους τον καλόν αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά.

Η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για τη συχνή κοινωνία των θείων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Φωνή που λέει, ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζει τη ζωή του Χριστού αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «η ζωή ημών».

Πηγή: Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία.
(Ηλ. Πηγή: pemptousia.gr)

Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Τί εἶναι ὁ Μεγάλος Κανόνας, πότε ψάλλεται καί γιατί ὀνομάστηκε ἔτσι.


1. Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θέσ/κή, 1971.
2. Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών (Κοῦτσα), Ἀδαμιαῖος Θρῆνος, Ὁ Μέγας Κανών Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης, Ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας.
Ἡ Πέμπτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν εἶναι τό λειτουργικό ἀποκορύφωμα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Οἱ ἀκολουθίες εἶναι μακροτέρες καί ἐκλεκτότερες. Στή συνήθη ἀκολουθία τῶν λοιπῶν ἑβδομάδων θά προστεθοῦν δυό νέες μεγάλες ἀκολουθίες· Τήν Πέμπτη ὁ Μεγάλος Κανόνας καί τό Σάββατο ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.
Κανονικά το ἀποκορύφωμα αὐτό θά ἔπρεπε νά ἀναζητηθεῖ στήν ἑπόμενη, στήν Ἕκτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, πού εἶναι καί ἡ τελευταία της περιόδου αὐτῆς. Ἀλλά ὅλα στή λατρεία μᾶς ἔχουν τακτοποιηθεῖ ἀπό τούς πατέρες μέ πολλή μελέτη καί περίσκεψη. Μέ «διάκριση» κατά τήν ἐκκλησιαστική ἔκφραση. Μετά ἀπό τήν τελευταία ἑβδομάδα ἀκολουθεῖ ἡ Μ. Ἑβδομάδα, μέ πυκνές καί μακρές ἀκολουθίες, ἀνάλογες πρός τά μεγάλα ἐορτολογικά θέματα. Μεταξύ αὐτῆς καί τοῦ ἀποκορυφώματος τῆς Τεσσαρακοστῆς ἔπρεπε νά μεσολαβήσει μιά περίοδος σχετικῆς ἀναπαύσεως, μιά μικρή ἀνάπαυλα. Τό τόσο λοιπόν ἀνθρώπινα ἀναγκαῖο μεσοδιάστημα εἶναι ἡ τελευταία ἑβδομάδα καί τήν ἔξαρση τοῦ τέλους βαστάζει ἡ προτελευταία.

Πότε ψάλλεται ὁ Μ. Κανόνας;

Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στά ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων ἡμερῶν τῆς Ἅ΄ Ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν καί ὁλόκληρος στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Πέμπτης της Ἐ΄ ἑβδομάδας. Στίς ἐνορίες συνήθως ψάλλεται ἀνεξάρτητα ἀπό τόν ὄρθρο, σάν μικρή ἀγρυπνία, τό βράδυ τῆς Τετάρτης μαζί μέ τήν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου. Ἔτσι διευκολύνονται περισσότερο οἱ χριστιανοί στήν παρακολούθησή του. Μπορεῖ νά τόν βρεῖ κανείς μέσα στό λειτουργικό βιβλίο πού περιέχει τίς ἀκολουθίες τῆς Τεσσαρακοστῆς, τό Τριώδιο, καθώς καί σέ μικρά αὐτοτελῆ φυλλάδια. Ἡ παρακολούθηση τοῦ Κανόνα αὐτοῦ κατά τήν ὥρα τῆς ψαλμωδίας τοῦ εἶναι ἀρκετά δύσκολη, γιατί τά νοήματα εἶναι πυκνά καί ὁ ρυθμός τῆς ψαλμωδίας γρήγορος. Γιά τούς λόγους αὐτούς τά ἐγκόλπια αὐτά εἶναι ἰδιαίτερα ἀπαραίτητα γιά ὅσους θέλουν νά γνωρίσουν καλύτερα τόν ὕμνο αὐτό. Τά παρακάτω ἅς ἀποτελέσουν μιά σύντομη εἰσαγωγή καί βοήθεια γιά τήν κατανόησή του καί μιά παρακίνηση γιά τήν παρακολούθηση τῆς ψαλμωδίας τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ λειτουργικοῦ κειμένου.

Ποιός ὁ ποιητής – δημιουργός του Μ. Κανόνα;

Τόν Μ. Κανόνα συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στή Δαμασκό τό 660 μ. Χ. ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ἡ ἀγάπη τοῦ τόν φέρνει στά Ἱεροσόλυμα ὅπου οἱ γονεῖς τοῦ τόν ἀφιερώνουν στόν Ναό τῆς Ἀναστάσεως. Στά Ἱεροσύλυμα ἀπόκτησε μεγάλη παιδεία, τήν «θύραθεν» καί τή θεολογική. Ἀνκαι τό ἔργο τοῦ ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν Κρήτη φέρει τόν τίτλο τοῦ «Ἱεροσολυμίτη» ἐπειδή πέρασε ἀπό τήν ἁγία πόλη. Μοναχός της Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα στά Ἱεροσόλυμα ἔγινε γραμματέας τοῦ Πατριάρχη Θεόδωρου. Τό 685 ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη γιά ἐκκλησιαστική ἀποστολή. Ἐκεῖ παρέμεινε γιά εἴκοσι χρόνια καί ἀνέλαβε διάφορες ἐκκλησιαστικές θέσεις καί τέλος γύρω στό 711 ἤ 712 ἐκλέγεται ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης.
Στή Κρήτη συμμετέχει στίς ταλαιπωρίες τοῦ ποιμνίου του πού ὀφείλονταν στίς Ἀραβικές ἐπιδρομές. Ἐμψυχώνει τό λαό στίς θλίψεις καί προσεύχεται γιά τή σωτηρία του. Μέ τίς προσευχές τοῦ σταματά τή μεγάλη ἀνομβρία καί σταματᾶ τή μάστιγα τῆς πείνας. Ἱδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στόν ὁποῖο περιθάλπονται οἱ γέροντες καί οἱ ἄρρωστοι, φιλοξενοῦνται οἱ ξένοι καί οἱ φτωχοί διακονώντας ὁ ἴδιος. «Μέ τά χέρια τοῦ ὑπηρετοῦσε τούς ἀσθενεῖς καί τούς ἐπλένε τά πόδια καί τό κεφάλι, καθάριζε τίς πληγές τους καί τά τραύματά τους. Σ’ αὐτό τό σημεῖο τόν ὁδηγοῦσε ἡ ἀγάπη του πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον» σημειώνει ὁ βιογράφος του.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης εἶχε μεγάλη εὐλάβεια καί ἰδιαίτερη ἀγάπη του πρός τήν Παναγία. Ἀφιέρωσε πλῆθος ὕμνων καί ἐγκωμιαστικῶν λόγων στίς ἑορτές της. Ἔκτισε δέ μεγαλοπρεπῆ ναό πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου πού τόν ὀνόμασε «Βλαχέρνες». Φρόντισε δέ γιά τήν ἐπισκευή τῶν παλαιῶν καί παραμελημένων ναῶν τούς ὁποίους «εὐπρεπῶς κατεκόσμησε». Πέθανε στίς 4 Ἰουλίου 740 στήν Ἐρεσό τῆς Λέσβου, εἴτε ἐπιστρέφοντας στήν Κρήτη μετά ἀπό ἕνα ταξίδι στήν Κωνσταντινούπολη, εἴτε καί ἐξόριστος ἐκεῖ – ἦταν ὑποστηρικτής τῶν ἁγίων εἰκόνων. Στήν παραλία τῆς Ἐρεσοῦ τιμᾶται μέχρι σήμερα ὁ τάφος του, μιά μεγάλη σαρκοφάγο, πού βρίσκεται πίσω ἀπό τό ἅγιο βῆμα τῆς ἐρειπωμένης βασιλικῆς της Ἁγίας μάρτυρος Ἀναστασίας, ὅπου κατά τούς βιογράφους τοῦ εἶχε ταφεῖ. Ἡ καθιέρωσή του ὡς Ἁγίου ἔγινε πολύ νωρίς.
Ὁ Ἀνδρέας ἦταν λόγιος κληρικός, ἐκκλησιαστικός ρήτορας καί ὑμνογράφος. Ἡ φιλολογική καί ὑμνογραφική του παραγωγή εἶναι ἀξιόλογη Οἱ λόγοι τοῦ εἶναι κυρίως ἐγκωμιαστικοί. Σώζονται ὅμιλιες στίς Θεομητορικές καί Δεσποτικές ἑορτές καί σέ διαφόρους ἁγίους. Στίς ὁμιλίες τοῦ φαίνεται ἡ ρητορική του τέχνη, ἡ ἄριστη γνώση τῆς ἀττικῆς γλώσσας, ἡ βαθιά γνώση τῆς βίβλου, ἰδιαίτερά της Π.Δ πού ἑρμηνεύει ἀλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ὡς ὁ καλύτερος ἐκκλησιαστικός ρήτορας τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς. Τά χαρακτηριστικά των λόγων τοῦ εἶναι ἡ «ἔντεχνος ρητορική ἐπεξεργασία καί τά ὑψηλά θεολογικά νοήματα». Τό ὑμνογραφικό του ἔργο εἶναι πλουσιότερό των ρητορικῶν του λόγων. Ἐφεῦρε τό εἶδος τῶν Κανόνων πού ψάλλονται μέχρι σήμερα καί διακρίνονται γιά τήν σαφήνεια καί τό διδακτικό τους χαρακτήρα. Τό σπουδαιότερο ὅμως ὑμνογραφικό του ἔργο εἶναι ὁ Μ. Κανόνας. Τόν ἔγραψε, ὅπως φαίνεται ἀπό διάφορες ἐνδείξεις, περί τό τέλος τῆς ζωῆς του, κατά δέ τήν μαρτυρία ἑνός συναξαρίου, στήν Ἐρεσό, λίγο πρίν πεθάνει. Ἄν ἡ πληροφορία αὐτή εἶναι ἀληθινή, ὁ Μ. Κανόνας εἶναι τό κύκνειο ἄσμα τοῦ ὑμνογράφου μας.
Γιά νά καταλάβουμε τήν ποιητική του δομή πρέπει νά κάνουμε μιά μικρή παρέκβαση. Τό ἔργο αὐτό ἀνήκει στό ποιητικό εἶδος τῶν κανόνων, πού κατά πολλούς ἔχει τήν ἀρχή τοῦ σ’ αὐτόν τόν ἴδιο τόν Ἀνδρέα. Εἶναι δέ οἱ κανόνες ἕνα σύστημα τροπαρίων, πού γράφονταν γιά ἕνα ὁρισμένο λειτουργικό σκοπό: νά διακοσμήσουν τή ψαλμωδία τῶν 9 ὠδῶν τοῦ Ψαλτηρίου, πού στιχολογοῦνταν στόν ὄρθρο. Ὅλος ὁ κανόνας ψάλλεται σέ ἕνα ἦχο. Κάθε ὅμως ὠδή παρουσιάζει μιά μικρή παραλλαγή στή ψαλμωδία κατά τρόπο, πού νά διατηρεῖται μέν ἡ μουσική ἑνότητα στόν ὅλο κανόνα, ἀφοῦ ὅλος ψάλλεται στόν ἴδιο ἦχο, ἀλλά καί νά σπάει καί ἡ μονοτονία μέ τίς παραλλαγές στήν ψαλμωδία πού παρουσιάζει κάθε μιά ὠδή.

Γιατί ὀνομάζεται «Μεγάλος»;

Ο Μ. Κανόνας στήν μορφή τοῦ ἔχει μιά χαρακτηριστική ἰδιορρυθμία. Ἡ ἰδιορρυθμία τοῦ συνίσταται στό ὅτι συγκρινόμενος πρός τούς ἄλλους ὁμοίους του κανόνες, εἶναι «μέγας». Μέγας στήν ἀπόλυτή του ἔννοια. Μεγαλύτερος δέν μποροῦσε νά ὑπάρξει· καί τοῦτο γιατί ὁ ποιητής θέλησε νά συνθέσει ὄχι τρία ἤ τέσσερα τροπάρια γιά τήν κάθε ὠδή, ὅπως συνήθως ἔχουν οἱ ἄλλοι κανόνες, ἀλλά πολύ περισσότερα: τόσα, ὅσα εἶναι καί ὅλοι οἱ στίχοι τῶν ὠδῶν, ἔτσι ὥστε στόν καθένα στίχο νά ἀντιστοιχεῖ καί νά παρεμβάλλεται κατά τήν ψαλμωδία ἀπό ἕνα τροπάριο. 250 εἶναι οἱ στίχοι τῶν ὠδῶν, 250 καί τά τροπάρια τοῦ Μ. Κανόνα, ἐνῶ οἱ συνήθης κανόνες ἔχουν γύρω στά 30. Σήμερα τά τροπάρια τοῦ Μ. Κανόνα εἶναι κατά 30 περίπου περισσότερα ἀπό τά ἀρχικά. Μεταγενέστεροι ὑμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια γιά τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία καί γιά τόν ἴδιο τόν Ἀνδρέα.

Ποιό εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ Μ. Κανόνα;

Ο Μ. Κανόνας παρουσιάζει τό τραγικό γεγονός τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πού κατάστρεψε τή δυνατότητα τῆς κοινωνίας του μέ τόν Θεό. Στόν Μ. Κανόνα ὁ ποιητής θεωρεῖ καί βιώνει τό γεγονός τῆς πτώσεως προσωπικά. Μέ τήν καθημερινή ἁμαρτία τοῦ ταυτίζεται μέ τόν πρωτόπλαστο Ἀδάμ τοῦ ὁποίου γίνεται μιμητής. Ἡ ψυχή τοῦ ἀκολουθεῖ τή πορεία τῆς Εὕας. «Ἀλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες τήν πρώτη Εὕα; Κοίταξες πονηρά καί πληγώθηκες πικρά». Ὁ ἅγιος ἀναφέρεται στήν ὕπαρξη πού κληρονομήσαμε μετά τή πτώση πού συνδέεται μέ τή φθορά καί τό θάνατο. Μέ τούς πρωτόπλαστους ἔχουμε ὀντολογική ἀλληλεγύη. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί ἡ ὁμολογία τῆς σφραγίζει ὁλόκληρο τόν Μ. Κανόνα.
Εἶναι ἕνα κύκνειο ἄσμα, ἕνας θρῆνος προθανάτιος, ἕνας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, εἶναι ὁ Ἀδαμιαῖος θρῆνος. Ὁ ποιητής βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του. Αἰσθάνεται ὅτι οἱ ἡμέρες τοῦ εἶναι πιά λίγες, ὁ βίος τοῦ ἔχει περάσει. Ἀναλογίζεται τόν θάνατο καί τήν κρίση τοῦ δίκαιου κριτῆ, πού τόν ἀναμένει. Καί ἔρχεται νά κάνει μιά ἀναδρομή, μιά ἀνασκόπηση τοῦ πνευματικοῦ του κόσμου. Κάθεται νά συζητήσει μέ τή ψυχή του. Ὁ ἀπολογισμός ὅμως δέν εἶναι ἐνθαρρυντικός. Ὁ βαρύς κλοιός τῆς ἁμαρτίας στόν συμπνίγει. Ἡ συνείδηση τόν ἐλέγχει. Καί ὁ ποιητής θρηνεῖ διαρκῶς γιά τήν ἄβυσσο τῶν κακῶν τους πράξεων. Στόν θρῆνο αὐτό συμπλέκεται ἡ ἀναδρομή στήν Ἁγία Γραφή. Αὐτό κυρίως δίνει τήν μεγάλη ἔκταση στό ποίημα. Ὁ σύνδεσμος ὅμως τοῦ θρήνου μέ τήν Γραφή εἶναι πολύ φυσικός. Σάν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ποιητής, ἀνοίγει τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀξιολογήσει τά πεπραγμένα του. Ἐξετάζει ἕνα πρός ἕνα τα παραδείγματα τοῦ ἱεροῦ βιβλίου. Στίς ὀκτώ πρῶτες ὠδές παίρνει τά παραδείγματά του ἀπό τή Παλαιά Διαθήκη. Στή ἐννάτη ὠδή ἀπό τήν Καινή Διαθήκη. Τό ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως εἶναι κάθε φορᾶ τρομερό καί αἰτία νέων θρήνων. Ἔχει μιμηθεῖ ὅλες τίς κακές πράξεις ὅλων των ἡρώων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, ὄχι ὅμως καί τίς καλές πράξεις τῶν ἁγίων. Δέν τοῦ μένει παρά ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή καί ἡ καταφυγή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἐδῶ ἀνοίγει ἡ αἰσιόδοξη προοπτική του ποιητῆ. Βρῆκε τήν πόρτα τοῦ παραδείσου, τήν μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δέν ἔχει νά παρουσιάσει· προσφέρει ὅμως στόν Θεό τή συντετριμμένη τοῦ καρδιά καί τήν πνευματική του φτώχια. Τά βιβλικά παραδείγματα τοῦ Δαυίδ,τοῦ προφήτη Ἱερεμία, τῶν βασιλέων Μανασσῆ καί Ἐζεκία ἀπό τήν Π. Δ καί τοῦ Πέτρου, τῆς Μάρθας καί τῆς Μαρίας, τῆς Χαναναίας, τοῦ τελώνη, τῆς πόρνης καί τοῦ ληστῆ τόν ἐνθαρρύνουν. Πολλές φορές ἐπανέρχεται χρησιμοποιώντας τό παράδειγμα τῆς μετάνοιας τῆς πόρνης καί παρακαλεῖ τόν Κύριο νά δεχθεῖ τά δικά του δάκρυα ὅπως δέχθηκε καί τά δικά της καί νά τοῦ συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες του. Ὁ κριτής θά εὐσπλαχνισθεῖ καί αὐτόν, πού ἁμάρτησε πιό πολύ ἀπό ὅλους τους ἀνθρώπους. Ψάλλεται σέ ἦχο πλ. τοῦ β΄. Εἶναι ἦχος γλυκός, κατανυκτικός καί ἐκφραστῆς τοῦ πένθους καί τῆς συντριβῆς.
Μέσα στό πλαίσιο τῆς κατανυκτικῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ὁ γεμάτος κατάνυξη Μ. Κανόνας προσφέρει ἕνα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στό στόμα τοῦ πιστοῦ σάν φωνή, σάν ἐγερτήριο, σάν ἀφυπνιστικός σεισμός. Σάν ἀποστροφή στήν κοιμωμένη καί ραθυμοῦσα ψυχή του.
Τοῦτο ἀνακεφαλαιώνει τό θαυμαστό προοίμιο τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ πού συμψάλλεται μέ τόν Μ. Κανόνα:
«Ψυχή μου, Ψυχή μου, ἀνάστα τί καθεύδεις;
Τό τέλος ἐγγίζει καί μέλλεις θορυβεῖσθαι·
ἀνανηψον οὔν, ἴνα φείσηταί σου Χριστός ὁ Θεός,
ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν».

Ἡλ. Πηγή: agdimartas.gr