Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΕΣ ΑΓΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΕΣ ΑΓΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Άγιος Ιωάννης εκ Κονίτσης και εν Βραχωρίω μαρτυρήσας

Ο Άγιος καταγόταν από την Κόνιτσα και ήταν στην εθνικότητα Τούρκος και φυσικά μουσουλμάνος. Ο πατέρας του ήταν δερβίσης και είχε μάλιστα το αξίωμα του σέχη (ηγούμενος ισλαμικού τάγματος δερβίσηδων). Ήταν δε γνωστός και σεβαστός όχι μόνο στους Τούρκους της Κόνιτσας αλλά και άλλων περιοχών.

Μεγαλώνοντας ο Άγιος διδάχθηκε από τον πατέρα του το ισλάμ και έγινε μάλιστα δερβίσης. Είκοσι περίπου χρονών έφυγε από την πατρίδα του και αρχικά εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα, κατόπιν στο Βραχώρι, σημερινό Αγρίνιο. Εκεί έγινε προσωπικός δερβίσης του πασά Ισουφάραβα, ο οποίος εκτιμούσε βαθύτατα τον σέχη πατέρα του. Μετά από δύο χρόνια έφυγε ο Ισουφάραβας για τα Ιωάννινα και την θέση του πήρε ο Σουλεϊμάν Μέης. Ο Ιωάννης δεν ακολούθησε τον Ισουφάραβα αλλά ούτε και έκατσε κοντά στον Σουλεϊμάν. Έμεινε στο Αγρίνιο και ζούσε μαζί με τους Χριστιανούς. Παρόλο που είχε γεννηθεί μέσα στην πλάνη είχε το χριστιανικό πολίτευμα έμφυτο Είχε βγάλει τα λευκοπράσινα ρούχα, περιφερόταν ντυμένος όπως οι Χριστιανοί, συμπεριφερόταν ως χριστιανός, συναναστρεφόταν τους Χριστιανούς και ο πόθος του ήταν να βαπτισθεί. Κανένας δεν τολμούσε όμως να τον βαπτίσει διότι υπήρχε νόμος με τον οποίο αποκεφαλιζόταν ο κληρικός που τολμούσε να βαπτίσει μουσουλμάνο.

Έτσι ο Άγιος κατέφυγε στην Ιθάκη όπου βαπτίσθηκε και κατηχήθηκε στη χριστιανική ζωή. Τα Επτάνησα τότε βρίσκονταν στην κατοχή των Άγγλων και πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί να βαπτισθούν, όπως και στην παροικία της Βενετίας.

        Μετά το βάπτισμά του επέστρεψε στην περιοχή του Ξηρόμερου, όπου νυμφεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Μαχαλάς, σημερινό Φυτειές και έκανε το επάγγελμα του δραγάτη, αγροφύλακα. Πρόσεχε δε τις συναναστροφές του να μη γίνει αντιληπτός από τους Τούρκους.

Έμαθε όμως ο πατέρας του τη μεταστροφή του γιου του στον Χριστιανισμό και έστειλε δυο δερβίσηδες από το τάγμα του να τον βρουν και να τον επιστρέψουν στο ισλάμ. Πράγματι οι δυο απεσταλμένοι κατόρθωσαν να τον εντοπίσουν, όμως ο Ιωάννης ούτε καν που δέχτηκε να τους ακούσει. Ντροπιασμένοι οι δερβίσηδες επέστρεψαν στην Κόνιτσα. Ο τοπικός όμως Τούρκος ηγεμόνας πληροφορήθηκε το γεγονός και έκανε αμέσως έγγραφη αναφορά στον πασά του Αγρινίου, ο οποίος έσπευσε να στείλει στρατιώτες για να φέρουν τον Άγιο στο κριτήριο. Εκεί τον ρώτησε για την πατρίδα του, την καταγωγή του, τη θρησκεία του.

Ο Άγιος του απάντησε : Χριστιανός είμαι και ονομάζομαι Ιωάννης.


Ύστερα τον ρώτησε αν είναι ο γιος του σέχη της Κόνιτσας και ο νέος δερβίσης.

Ναι, εγώ είμαι, του απάντησε ο Άγιος αλλά τώρα είμαι Χριστιανός και Χριστιανός πρόκειται να πεθάνω.

Γελάστηκες από τη γυναίκα και άλλαξες την πίστη σου. Έλα στα συγκαλά σου, ομολόγησε την παλιά σου πίστη, την αληθινή και εγώ θα σε τιμήσω πολύ περισσότερο από πριν.

Μη νομίζεις, αγά μου, να γίνω τόσο ανόητος ώστε να αφήσω την αγία πίστη του Χριστού, να τυφλωθώ πάλι και να επιστρέψω στη λάσπη του μωαμεθανισμού. Τώρα πους γνώρισα την αλήθεια του Χριστού είναι δυνατόν να την εγκαταλείψω; Μη γένοιτο.

Ο πασάς τότε διέταξε να τον κλείσουν φυλακή και να τον βασανίσουν σκληρά. Τα βασανιστήρια που του έκαναν δεν περιγράφονται. Αλυσίδες στο λαιμό, τα πόδια στο τιμωρητικό ξύλο, ραβδισμοί, κτυπήματα στο πρόσωπο, στο κεφάλι και στα πόδια, εξευτελισμός. Ο Άγιος τα υπόμενε όλα αγόγγυστα, ευχαριστώντας τον Θεό και προσευχόμενος.

Μαθαίνοντας ο μουσελίμης τη σταθερή και ακλόνητη πίστη που είχε ο Μάρτυς στον Χριστό φοβήθηκε μη ντροπιαστεί περισσότερο, αν τον ανακρίνει για δεύτερη φορά. Κάλεσε σε συμβούλιο τους ουλεμάδες (σοφούς) να αποφασίσουν τι θα γίνει με τον Μάρτυρα και το συμβούλιο αποφάσισε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έπρεπε να ζήσει γιατί αρνήθηκε την πίστη τους. Έτσι διέταξε την αποκεφάλισή του.

Τον έφεραν οι δήμιοι κάτω από τον πλάτανο, στη μέση της λεωφόρου. Ο Ιωάννης ζήτησε να τον λύσουν για να κάνει το σημείο του Σταυρού. Εκείνοι αρνήθηκαν. Τότε φώναξε : Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία Σου και σκύβοντας το κεφάλι δέχθηκε τον δια ξίφους θάνατο. Ήταν 23 Σεπτεμβρίου 1814. 

Το Άγιο λείψανό του έμεινε εκεί άταφο για να το φάνε τα σκυλιά και κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει. Τελικά οι δήμιοι, σέρνοντάς το, το πέταξαν μαζί με την κεφαλή σ’ ένα ρέμα κοντά στην Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Ύστερα από παρακλήσεις κάποιων Χριστιανών επετράπη να το θάψουν σ’ ένα χωράφι χωρίς καμιά τιμή αφού τάχα ούτε χριστιανός ήταν ούτε μουσουλμάνος. Όμως οι Χριστιανοί κρυφά τον ενταφίασαν κανονικά και με πολλή ευλάβεια.

Τα λείψανα του Αγίου έμειναν εκεί μέχρι το 1819, οπότε με φροντίδα του σπουδαίου λόγιου κληρικού Κύριλλου Καστανοφύλλη, ηγουμένου της Ι. Μονής Προυσσού και συνεργάτου του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έγινε κρυφά ανακομιδή και μεταφέρθηκαν στην Ι. Μονή Προυσσού. Εκεί, πάλι, για λόγους ασφαλείας, τοποθετήθηκαν στο σπηλαιώδες παρεκκλήσιο πάνω από το Καθολικό της Μονής και εντοιχίστηκαν σε κοίλωμα του βράχου με την εξής επιγραφή: ου μεταλλείον αργυροχρύσου πέλω αλλ’ όλβον φέρω. Πάντα λίθον μη κίνει. Δηλαδή δεν κρύβω ασήμι ή χρυσάφι αλλά πνευματικό πλούτο. Μη μετακινήσεις καμιά πέτρα.

Το έτος 1974, μετά από επίμονες προσπάθειες, βρέθηκε ο πολύτιμος θησαυρός, ανοίχθηκε η κρύπτη, ανευρέθηκαν τα ιερά λείψανα και ένα κεραμίδι πάνω στο οποίο ήταν χαραγμένα τα στοιχεία: Ούτος ην ο εξ Οθωμανών Ιωάννης ο εν Βραχωρίω υπέρ Χριστού μαρτυρήσας κατά το αωιδ’ Σεπτεμβρίου κγ’.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε βαθύτατη συγκίνηση και στη γενέτειρα του Αγίου, προς τιμήν του οποίου υπάρχει παρεκκλήσι παραπλεύρως του Ιερού Ναού του Αγίου Κοσμά. Χάρις στις ενέργειες του αείμνηστου Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανού, η Κόνιτσα απέκτησε τμήμα των χαριτόβρυτων λειψάνων, το οποίο έφερε και παρέδωσε σε λειψανοθήκη ο Ηγούμενος της Μονής της Παναγίας Προυσσιώτισσας στις 23 Σεπτεμβρίου 1978, ανήμερα δηλαδή στη μνήμη του Αγίου.

Τεμάχια των ιερών λειψάνων του Αγίου Ιωάννου φυλάσσονται και στο Αγρίνιο στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου -όπου και ο τόπος του μαρτυρίου του- καθώς επίσης και στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Ηλ. πηγή: pemptousia.gr

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Κυριακή Τυφλού - Σύναξις των εν Αιτωλία και Ακαρνανία διαλαμψάντων Αγίων

    Ένας από τους σημαντικότερους νομούς της πατρίδος μας, είναι και ο νομός Αιτωλοακαρνανίας. Είναι ένας μεγάλος νομός, τόσο ως προς το γεωγραφικό του μέγεθος, όσο ως προς το πνευματικό του μέγεθος, αφού έχει αναδείξει έναν χορό αγίων. Στον τόπο αυτό έλαμψαν αστέρες της ελληνορθόδοξης χριστιανικής πίστεως και παραδόσεως μας. Ακτινοβόλησαν άνθρωποι που μαρτύρησαν, δίνοντας την ψυχή και το σώμα τους για τον Θεάνθρωπο Χριστό. Έτσι κατανοείται πως η γη της Αιτωλοακαρνανίας διαποτισμένη από το αίμα μαρτύρων, είναι ένας πνευματικά ευλογημένος τόπος.

    Η υπέρλαμπρη σύναξη των Αγίων της Αιτωλοακαρνανίας εορτάζεται πανηγυρικώς την ΣΤ΄ Κυριακή του Πάσχα (του Τυφλού). Με την χάρη του Τριαδικού Θεού, δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθούμε στους αγίους της Αιτωλοακαρνανίας που ίσως μερικοί από αυτούς είναι άγνωστοι σε εμάς. Γνωρίζοντας τους μάρτυρας που με ζήλο και μεγάλο πόθο για το Σωτήρα Χριστό θυσιάστηκαν για Αυτόν, συνδεόμαστε με τους Αγίους και φουντώνει μέσα μας η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία (...), όπως συνήθιζε να λέει ο πατήρ Παΐσιος. Μέσα από τους βίους, μας δίνεται η ευκαιρία να γίνουμε γνώστες των χριστιανικών αρετών που πρέπει να διέπουν τη χριστιανική ζωή μας σήμερα, προκειμένου δίκαια να ενταχθούμε στην αιώνιο Βασιλεία των Ουρανών. Έτσι, ας αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση οι άγιοι αυτοί, αλλά και να μεσιτεύουν στον λυτρωτή Χριστό για υγεία, χαρά και ευτυχία για όλο τον κόσμο.


    Ας αναφερθούμε σε καθένα άγιο που έδρασε στην Αιτωλοακαρνανία και πρόσφερε πνευματικό έργο, ξεχωριστά:

Α) Ο Όσιος Βάρβαρος ,ο Πενταπολίτης , ο οποίος έζησε τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Καταγόταν από την Αίγυπτο, ήταν ληστής στην αρχή, αλλά ύστερα από τις αλλεπάλληλες προσευχές των χριστιανών γονέων του, από άγριος κουρσάρος μετατράπηκε σε έναν ασκητή. Ο Άγιος Βάρβαρος ασκήτεψε στον Τρύφο του Ξηρομέρου, αλυσοδεμένος, γιατί πίστευε πως έτσι υποτάσσει το πνεύμα του, με το να δένει το σώμα του. Από αυτό το χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, τον Τρύφο, αναχώρησε ο Άγιος ύστερα από άσκηση σκληρή για το Χριστό.

Β) Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βλάσιος, ο εν Σκλαβαίνοις. Αυτός ο άγιος είναι νεοφανής και λίγα είναι τα στοιχεία για τον οσιακό βίο του. Σύμφωνα με τους συναξαριστές της αγιοτάτης εκκλησίας μας, μαρτύρησε το 1006 μ.Χ., μαζί με τους συνασκητές του.






Γ) Ο Όσιος Ανδρέας , ο Ερημίτης. Ο Άγιος Ανδρέας έζησε συγκεκριμένα τον 13ο μ.Χ. αιώνα και η καταγωγή του ήταν από την Ήπειρο. Ο Ανδρέας παντρεύεται σε ώριμη ηλικία και αποκτά απογόνους, όμως το πνεύμα του ασκητισμού δεν τον αφήνει σε ησυχία και τον οδηγεί στο να παρατήσει την οικογένειά του και γενικά την εγκόσμια ζωή του και να πορευθεί προς την σκληρή άσκηση. Ανυπομονούσε πότε να ασκητέψει, έτσι ώστε να βιώσει την πραγματική επικοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτόν τον λόγο και έζησε σε μια σπηλιά του χωριού Χαλκιόπουλοι. Στον χώρο του σπηλαίου ο παντοδύναμος Θεός αποφασίζει και του παίρνει την οσιακή ψυχή του, αφού σημειώθηκαν ένας συρφετός θαυμάτων κατά την ώρα που ο Άγιος εγκατέλειπε την επίγεια ζωή για την αιώνια.





Δ) Ο Όσιος Δαυίδ, ο οποίος έζησε στα μέσα του 16ου μ.Χ. αιώνα. Αυτός ο Άγιος έδρασε κυρίως στο παραθαλάσσιο μέρος της Ναυπάκτου, ως υποτακτικός του τότε μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης Ακακίου. Αφού χειροτονήθηκε διάκονος και έπειτα αρχιμανδρίτης, κατατάσσεται ηγούμενος στο μοναστήρι της Παναγίας της Βαρνάκοβας, που βρίσκεται έξω από την Ναύπακτο. Είχε την δυνατότητα να διδάσκει έμπρακτα την αρετή, καθώς επίσης να κάνει διάφορα θαύματα. Ως Όσιος έλαμψε, γιατί κατόρθωσε να χαράξει μια υπέρλαμπρη και απαστράπτουσα πνευματική πορεία, εξαιτίας της άριστης μορφώσεώς του και των καλλιεργημένων αρετών του. Μόνος του, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες, κατορθώνει να χτίσει μοναστήρι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, αφού αφήνει την Βαρνάκοβα. Ύστερα από ασκητικό βίο, προβλέπει το θάνατό του και αποβιώνει ειρηνικά.

Ε) Οι Άγιοι αδελφοί Συμεών και Θεόδωρος, κτήτορες της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Γεννήθηκαν στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα. Ο βίος τους ασκητικός και οσιακός, καθώς αγωνίστηκαν ψυχικά και πνευματικά για τη μετάδοση του ευαγγελίου. Προσπάθησαν να μεταλαμπαδεύσουν την άσβεστη φλόγα του ευαγγελίου στην Αιτωλοακαρνανία και έπειτα απεβίωσαν ειρηνικά.




ΣΤ) Ο Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Γεννήθηκε το 1597 στο Μέγα Δένδρο Θέρμου. Από νέος μόνασε στο μοναστήρι της Παναγίας του Βλοχού, καθώς και στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους, όπου εκεί έλαβε και την πρώτη μόρφωση. Μετά δε από ένα χρονικό διάστημα χειροτονήθηκε διάκονος στο μοναστήρι της Τατάρνας και πρεσβύτερος στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Επιπλέον σπουδάζει Θεολογία σε εκλεκτά πανεπιστήμια. Σκοπός του είναι να διαφωτίσει το γένος που ήταν υποδουλωμένο στους Τούρκους. Γι' αυτό μένει άγρυπνος για να απελευθερώσει τους Έλληνες από το σκότος της αμάθειας και για να τους μεταδώσει την ορθοδοξία και την ορθοπραξία. Ιδιαίτερα γυρίζει όλη την Αιτωλοακαρνανία εκπληρώνοντας όλους τους σκοπούς του. Ο Μέγας Διδάσκαλος του Γένους, καθώς τον αποκαλούνε όλοι οι συναξαριστές, κοιμήθηκε οσιακώς το 1682. Λόγιος κληρικός και ένας από τους πιο αξιόλογους δασκάλους του Γένους. Γεννήθηκε στο Μεγάλο Δέντρο της Αιτωλίας και έμαθε τα πρώτα γράμματα σε διάφορα μοναστήρια της περιοχής. Κατά το 1612 συμπλήρωσε την "εγκύκλια" παιδεία του και διδάχτηκε τη βυζαντινή μουσική στο Τροβάτο, (τη γνωστή και αναπτυγμένη τότε κοινότητα των Αγράφων), ενώ το 1636 πήγε στην Πόλη, (ως μοναχός πλέον), και φοίτησε στην Πατριαρχική Σχολή. Από κει μετέβη στην Άρτα, στο Αιτωλικό και το Μεσολόγγι, όπου διεύθυνε αντίστοιχα τις σχολές των πόλεων αυτών, και τελικά έφτασε στο Καρπενήσι, όπου ανέπτυξε ξεχωριστή εκπαιδευτική δραστηριότητα. Ίδρυσε και λειτούργησε από το 1645-1661 Σχολή Ανωτέρων και σχολείο κοινών γραμμάτων, ενώ ανήγειρε εκ βάθρων τον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, τον υπήγαγε στο Πατριαρχείο και πέτυχε να χαρακτηρισθεί απ' αυτό ως Σταυροπηγιακός. Η άφιξή του Ευγένιου και η ίδρυση της ομώνυμης ανώτερης Σχολής του στο Καρπενήσι, γύρω στα 1645, ήταν ένα πολυσήμαντο ιστορικό γεγονός. (Η ίδρυση των Σχολών του εδώ, ήταν μια αιτιοκρατημένη επιλογή του Γιαννούλη, που σχετίζονταν με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Επιπλέον, γνώριζε πως κάποια σπέρματα εκπαιδευτικής παράδοσης υπήρχαν εδώ, πριν από τον 17ο αι.).
Η ίδρυση ανώτερης Σχολής στο Καρπενήσι ανταποκρίνονταν προς τις κοινωνικές λειτουργίες της περιοχής. Η κωμόπολη τότε ήταν σημαντικό εμποροβιοτεχνικό και διοικητικό κέντρο και αποτελούσε την κεντρική εμποροανταλλακτική αγορά για όλη την επαρχία. Παράλληλα, ο Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός ανέδειξε την κωμόπολη σε μεγάλο πνευματικό κέντρο, ιδρύοντας εδώ την περίφημη Σχολή του, η οποία λειτούργησε από το 1645 ως το 1661, με μικρή μόνο διακοπή στα ορλωφικά, αναδεικνύοντας πολυάριθμους δασκάλους και λογίους του Γένους. Οι Καρπενησιώτες, φιλοπρόοδοι και δραστήριοι έμποροι, βρήκαν στο πρόσωπο του Γιαννούλη τον κατάλληλο άνθρωπο για να δημιουργήσουν σοβαρή εκπαιδευτική κίνηση. Έτσι, τις οικονομικές δαπάνες για την ίδρυση και λειτουργία της Σχολής, καθώς και για τη συντήρηση και μίσθωση του δασκάλου, ανέλαβαν με προθυμία οι κάτοικοι της αυτοδιοικούμενης κοινότητας. Στο Καρπενήσι, λειτουργεί παράλληλα και σχολείο για τη στοιχειώδη παιδεία, τα κοινά γράμματα, με τους κατοίκους να συνεργάζονται με τον Ευγένιο όχι μόνο στα εκπαιδευτικά θέματα, αλλά και σε εκκλησιαστικά ή κοινωφελή έργα. Το 1645 άρχισε την ανακαίνιση εκ βάθρων του ναού της Αγίας Τριάδας, κυρίως για τις ανάγκες της Σχολής. Το κύρος και τη σοφία του Γιαννούλη, ήταν τεράστιο όχι μόνο στους ελληνοπρεπείς Καρπενησιώτες αλλά και στους οπαδούς του μουσουλμανικού δόγματος.

Ζ) Ο Άγιος Ιωάννης ο εν Βραχωρίω ή ο εξ Οθωμανών. Αυτός ο Άγιος είναι τοποθετημένος στους Νεομάρτυρες. Γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, από γονείς Μουσουλμάνους, όπου ο πατέρας του ήταν ιερέας των Μουσουλμάνων. Όταν ήταν 20 χρονών, γίνεται πιστός ακόλουθος ενός Δερβίση στο Βραχώρι της Αιτωλίας, όπου από εκεί αρχίζει η δράση του Αγίου. Στο Βραχώρι (το σημερινό Αγρίνιο) αρχίζει δειλά δειλά να αποκαλύπτει τα χριστιανικά του συναισθήματα, όπου τα έκρυβε μέσα στην πολύτιμη ψυχή του. Αγαπούσε την χριστιανική θρησκεία κατά βάθος, για αυτό πετάει τα ενδύματα του Μωαμεθανού και φοράει τα ενδύματα του ορθόδοξου χριστιανού. Από αυτό το σημείο αρχίζει και η ορθόδοξη χριστιανική ζωή του, όπου εγκαινιάζεται με το άγιο Βάπτισμα που δέχεται, με το όνομα Ιωάννης από Χασάν. Το παλικάρι μεταβαίνει στο ωραίο νησί της Ιθάκης όπου και βαπτίζεται. Έπειτα όμως επανέρχεται στην Αιτωλία και συγκεκριμένα στο χωριό Μαχαλάς, δεν γυρίζει στο Βραχώρι γιατί κινδύνευε η ζωή του. Στο Μαχαλά (σημερινές Φυτείες) βιώνει μια ταπεινή ζωή, εργάζεται ως αγροφύλακας, καθώς επίσης παντρεύεται. Όμως ο πατέρας του μαθαίνει για την ζωή του και στέλνει αντιπροσώπους του να τον μεταπείσουν να αλλαξοπιστήσει, αλλά αυτός τους διώχνει. Κατόπιν, συλλαμβάνεται από τον Μουσελίμη, στον οποίο διατρανώνει την αγάπη του για τον λυτρωτή Χριστό. Επακόλουθο της απάντησής του αυτής, είναι τα μαρτύρια που περνάει. Στο τέλος τον κρεμάνε οι Τούρκοι σε ένα δένδρο, που βρίσκεται και σώζεται έως σήμερα απ’ έξω από τον Άγιο Δημήτριο Αγρινίου.

  
Η) Όσιος Ιάκωβος ο Νεομάρτυρας και οι τρεις μαθητές του Ιάκωβος, Διονύσιος και Θεώνας. Όλοι έζησαν στις αρχές του 16ου αιώνα μ.Χ. O Όσιος Ιάκωβος γεννήθηκε σε ένα χωριό της Καστοριάς από ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια. Εργάστηκε ως κτηνοτρόφος, αλλά επειδή απόκτησε πλούτο, ο αγαπημένος αδελφός του τον φθόνησε. Όμως για μην έρθουν σε διάσταση οι σχέσεις των δύο αδελφών, αποφασίζει ο Ιάκωβος και καταφεύγει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνεχίζει την ζωή του ασκώντας το ίδιο επάγγελμα και καταφέρνει να αποκτήσει ένα τεράστιο πλούτο, όπου τον μοιράζει στους πτωχούς, αφού πρώτα είχε εξομολογηθεί στον Πατριάρχη. Έπειτα μεταβαίνει στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στη μονή Δοχειαρίου , όπου και κείρεται μοναχός. Κατόπιν πηγαίνει στην μονή Τιμίου Προδρόμου για λόγους ασκήσεως. Διακρίθηκε ως ένας αληθινός δάσκαλος της αρετής, αφού κατάφερε να αποκτήσει έξι μαθητές, όπου μαζί με αυτούς φεύγει από το Άγιο Όρος και πηγαίνει στη μονή Τιμίου Προδρόμου της Δερβέκιστας, κοντά στην Ναύπακτο. Εκεί συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους ότι παρασέρνει τους χριστιανούς κατά της εξουσίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την σύλληψή του αυτού και των άλλων μαθητών του, Ιάκωβο διάκονο, Διονύσιο μοναχό και Θεωνά. Επακολούθησε η φυλάκιση αυτών από τον Μπέη των Τρικάλων. Μετά την παραμονή τους σε αυτή 40 μέρες, στάλθηκαν στον Σουλτάνο Σελίμ της Θράκης. Ο Σουλτάνος τους πίεζε να αλλαξοπιστήσουν, αλλά αυτοί έμειναν ακλόνητοι στην πίστη τους, για αυτό και τους βασάνισαν σκληρά. Στο τέλος όλους τους απαγχόνισαν για την άσβεστη φλόγα της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως τους που τους έκαιγε συνεχώς.

Θ) Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Λάμπρος, Θεόδωρος και έτερος ανώνυμος. Και οι τρεις είναι γόνοι της Πελοποννήσου, όμως για λόγους επαγγελματικούς εγκαταστάθηκαν στα Ιωάννινα. Με την πάροδο των ετών αποφάσισαν να πάνε στην πατρίδα τους τον Μοριά, έτσι ξεκίνησαν και πρώτα έφθασαν στο Αγρίνιο. Όμως για να το προσπεράσουν, έπρεπε να πληρώσουν φόρους στους Τούρκους, για να μην πληρώσουν μεταμφιέζονται σε Τούρκους και τα καταφέρνουν. Έπειτα από την επιτυχία του σχεδίου τους αποφασίζουν να διανυκτερεύσουν σε ένα σπίτι. Όμως ενώ αυτοί ξέφυγαν, οι Τούρκοι έστειλαν ένα δικό τους να τους βρει για να ρωτήσει σχετικά με τα Γιάννενα. Ο άνθρωπος τους όμως, όταν έφθασε στο σπίτι, που είχαν σταματήσει οι τρεις Μάρτυρες δεν μπήκε μέσα. Κάθισε απ’έξω και κρυφάκουγε τι έλεγαν μέσα οι μάρτυρες. Οι μάρτυρες εκείνη την ώρα έλεγαν πως κατόρθωσαν με ένα "σελάμ" να γλιτώσουν τα χρήματά τους από το φόρο. Μόλις όμως άκουσε αυτό ο απεσταλμένος κατάλαβε ότι ήταν χριστιανοί που τους εξαπάτησαν. Οι άλλοι Τούρκοι έτρεξαν σαν θηρία ανήμερα και πήγαν στο σπίτι. Άρπαξαν τους μάρτυρες και τους έσερναν στους δρόμους. Έτσι σέρνοντας και δέρνοντας τους έφεραν μπροστά στο Κριτήριο. Ύστερα από πέντε μέρες ο Κατής και ο Μουσελίμης ο Κωνσταντινουπολίτης συνεφώνησαν να θανατωθούν οι τρεις Μάρτυρες. Τους πήραν τότε οι δήμιοι να τους κρεμάσουν. Τον έναν τον πήγαν στον πλάτανο, που ήταν κοντά στο τζαρσί. Εκεί πέταξαν στον πλάτανο την κρεμάλα. Τον άλλον, τον πήγαν απ’έξω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Εκεί τον κρέμασαν. Ίσως στον πλάτανο που ήταν μπροστά στην Εκκλησία στον οποίο εμαρτύρησε μετά 40 χρόνια ο Άγιος Ιωάννης ο εν Βραχωρίω αθλήσας. Τον τρίτον Μάρτυρα τον πήγαν στην άκρη της πόλεως εκεί που μπαίνει ο δρόμος μέσα στην πολιτεία. Έτσι οι τρεις Νεομάρτυρες ετελειώθησαν γενναιόφρονα και μαρτυρικά.

Ι) Ο Άγιος εθνοϊερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γεννήθηκε στο Μέγα Δένδρο της Αιτωλοακαρνανίας από γονείς ευσεβείς και προπάντων ζηλωτές ορθόδοξους χριστιανούς . Σε ηλικία είκοσι χρονών μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, προκειμένου να φοιτήσει στο εκεί νεοσύστατο σχολείο της Ιεράς μονής Βατοπεδίου. Μετά την αποφοίτησή του, πήγε στην Μονή Φιλοθέου όπου έγινε μοναχός και κατόπιν ιερομόναχος. Όμως ο άγιος είχε στόχο να διδάξει τα άγια Γράμματα στους σκλαβωμένους Έλληνες που το σκοτάδι της αμάθειας, λόγω της υποδούλωσής τους στους Τούρκους, τους είχε πληγώσει αλύπητα. Αφού πήρε την άδεια του Πατριάρχη άρχισε το ιεραποστολικό του έργο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Απ’ όπου περνούσε, έκτιζε εκκλησιές, σχολεία και πλήθος λαών συνέρεε για να ακούσουν λόγο Θεού, ώστε να γεμίσουν την καρδιά τους με χριστιανικές νουθεσίες που διαπνέουν συναισθήματα αγάπης, χαράς και αισιοδοξίας για τον αγώνα τους. Τέλος, συκοφαντήθηκε από τους Εβραίους στους Τούρκους και τον απαγχόνισαν στα χώματα της Β. Ηπείρου. Μια από τις πολλές του χριστιανικές του ρήσεις που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι "Χριστός και ζωή σας χρειάζεται".